Το μήνυμα της Κυριακής: “Ιδιοτέλεια και συμφέρον”

Μέ πλοιάριο περνοῦν ὁ Χριστός καί οἱ Μαθητές του στή χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, στήν ἀπέναντι ὄχθη τῆς Γαλιλαίας. Πρῶτος πού τούς ὑποδέχεται, ἕνας ταλαίπωρος ἄνθρωπος, καταβασανισμένος ἀπό τήν κυριαρχία τῶν δαιμονίων. Ἀναγνωρίζοντας τά δαιμόνια τόν Θεάνθρωπο, ρίχνουν τόν δαιμονισμένο ἱκετευτικά στά πόδια του.

Κι ὁ Χριστός, ἀφοῦ πρῶτα ρωτᾶ τόν ἄνθρωπο γιά τό ὄνομά του καί λάβει τήν ἀπάντηση «λεγεών», γιά νά κατανοήσουν οἱ μαθητές του, ἀλλά καί οἱ διαχρονικοί μελετητές τοῦ Εὐαγγελίου του, τό πλῆθος τῶν δαιμονίων, διατάσσει νά διαφύγουν πρός μία ἀγέλη χοίρων πού ἔβοσκε ἐκεῖ δίπλα. Τήν ὁδήγησαν στόν γκρεμό καί τήν κατέπνιξαν στήν ἀποκάτω λίμνη, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἔργο τοῦ δαίμονα εἶναι ἡ καταστροφή.

Ὁ Χριστός μέ τή διπλή του αὐτή ἐνέργεια -τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ δαιμονισμένου, ἀλλά καί τῆς συγκατάβασής του νά καταφύγουν τά δαιμόνια στούς χοίρους- εὐεργετεῖ τόσο τόν πρώην δαιμονισμένο χαρίζοντάς του τήν πνευματική ἐλευθερία, ἀλλά καί τό δικαίωμα σέ μία οὐσιαστική ζωή, ὅσο καί τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς, διορθώνοντας τήν ἐνσυνείδητη παράβαση τοῦ Νόμου. Πῶς ἀντιδροῦν οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς στή διπλή εὐεργεσία τοῦ Χριστοῦ; Μ’ ἕναν εὐγενή, εἶναι ἀλήθεια, τρόπο παρακάλεσαν τόν Χριστό νά φύγει ἀπό τήν περιοχή τους, νά περάσει τά ὅριά της καί νά μήν ξανασχοληθεῖ μαζί τους.

Γιατί; Τό πνευματικό συμφέρον ἐπέβαλλε νά προσπαθήσουν νά ἀξιοποιήσουν τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν περιοχή τους στό ἔπακρο. Κι ὅμως, ἡ ἰδιοτέλειά τους, δέν τούς ἐπιτρέπει ν’ ἀντιληφθοῦν τό συμφέρον τους καί τούς ὁδηγεῖ σέ αὐτοκαταστροφική συμπεριφορά. Διώχνουν τόν Χριστό, θεωρώντας τον ἀφορμή ζημίας. Γιατί; Διότι ἡ καταστροφή τῆς ἀγέλης, ἀπό τήν ὁποία θά ἀποκόμιζαν χρηματικά ὀφέλη, βάρυνε περισσότερο στή σκοτισμένη συνείδησή τους ἀπό τήν πνευματική ὠφέλεια πού θά ἀποκόμιζαν ἀπό τή συναναστροφή μέ τόν Χριστό.

Εὔκολα καταδικάζουμε τούς Γαδαρηνούς, χωρίς ν’ ἀναλογιζόμαστε ὅτι σέ πολλές περιπτώσεις τούς ἀντιγράφουμε. Κάθε φορά πού προτιμᾶμε τήν ἁμαρτία ἀπό τήν ἀρετή τούς μιμούμαστε διώχνοντας τόν Χριστό καί τή λυτρωτική του χάρη γιά νά προσκολληθοῦμε στόν στεῖρο ἐγωισμό μας. Κάθε φορὰ πού ἀρνούμαστε τή φωνή τῆς συνείδησής μας γιά ν’ ἀκολουθήσουμε τήν ἐμπαθή ἐπιθυμία μας, τούς δικαιώνουμε στή συμπεριφορά τους, ἐγείροντας ἐμπόδια στή σχέση μας μέ τόν Θεό. Κάθε φορὰ πού ἀπαξιώνουμε στή ζωή μας τό εὐαγγελικό παράγγελμα ἀξιώνοντας τά σκύβαλα τοῦ κόσμου τούτου, τούς ἀντιγράοφυμε.

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ