Δ. Μερκούρης: Βασικό πυλώνα της χώρας πρέπει να αποτελέσει η ανάπτυξη του πρωτογενή τομέα

«Η ελπίδα δεν σηκώνει σκόνη», (Paul Eluard, 1895-1952, Γάλλος σουρεαλιστής ποιητής).

Στη μακρά ιστορία καταγράφηκαν σημαντικές μολυσματικές ασθένειες , όπως η ευλογιά, η χολέρα, η πανούκλα, ο δάγκειος πυρετός, το AIDS, η γρίπη, το σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο (SARS), η νόσος του Δυτικού Νείλου, η φυματίωση και σήμερα ο COVID-19. Αυτές οι μολυσματικές ασθένειες χαρακτηρίστηκαν πανδημίες (αρχαία ελληνική (Πάν =Όλοι και Δήμος =Άνθρωποι), επειδή έχουν ως βασικά χαρακτηριστικά την ευρεία γεωγραφική επέκταση, τα υψηλά ποσοστά επίθεσης και εκρηξιμότητας, την ελάχιστη ανοσία πληθυσμού, τη σοβαρότητα και θνησιμότητα, κ.ά. Σήμερα ο όρος «πανδημία» δε συναντάται στα ευρετήρια των σύγχρονων ιατρικών κειμένων.

Οι πανδημίες γρίπης έχουν χτυπήσει περίπου τρεις φορές σε κάθε αιώνα από τη δεκαετία του 1500, ή περίπου κάθε 10-50 χρόνια. Τον 20ο αιώνα υπήρχαν 3 πανδημίες γρίπης που ονομάστηκαν «Ισπανική γρίπη» το1919-1919, «Ασιατική γρίπη» το 1957-1958 και «Γρίπη του Χονγκ Κονγκ» το 1968-1969. Κάθε πανδημία έβλαψε την ανθρώπινη ζωή και την οικονομική ανάπτυξη. Για παράδειγμα, η πανδημία γρίπης του 1918-1919 σκότωσε περισσότερους από 20 εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο και έχει αναφερθεί ως η πιο καταστροφική επιδημία στην καταγεγραμμένη παγκόσμια ιστορία. Τα τελευταία χρόνια έχουν παρατηρηθεί τουλάχιστον έξι κρούσματα μεγάλης κλίμακας – πνευμονικό σύνδρομο hantavirus, σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο, γρίπη H5N1, γρίπη H1N1, αναπνευστικό σύνδρομο Μέσης Ανατολής και επιδημία της νόσου του ιού Ebola. Ενώ ο ιός Zika συνεχίζει να εξαπλώνεται και κατά συνέπεια να απειλεί την υγεία των ανθρώπων.
Όλες οι μολυσματικές – πανδημικές ασθένειες μπορούν εύκολα να διασχίσουν σύνορα και να απειλήσουν την οικονομική και περιφερειακή σταθερότητα, όπως έχει αποδειχθεί από τις επιδημίες και πανδημίες HIV, H1N1, H5N1 και SARS. Για παράδειγμα, ο αντίκτυπος της πανδημικής γρίπης, δηλαδή ο H1N1, το 2009 δεν αφορούσε μόνο τη θνησιμότητα, αλλά και τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης, την υγεία των ζώων, τη γεωργία, την εκπαίδευση, τις μεταφορές, τον τουρισμό και τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Εν ολίγοις, ένα πανδημικό γεγονός απειλεί όλες τις πτυχές του οικονομικού και κοινωνικού ιστού (Δες Nancy Tomes, Epidemic Entertainments: Disease and Popular Culture in Early-Twentieth-Century America American Literary History Vol. 14, No. 4, Contagion and Culture (Winter, 2002), pp. 625-652).
Η ελληνική κυβέρνηση γνωρίζοντας τις παθογένειες του Εθνικού Συστήματος Υγείας και το υποτονικό κράτος πρόνοιας το οποίο συνδιαμόρφωσε το πελατειακό κράτος και ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, εφάρμοσε μέτρα, που ήδη ήταν γνωστά από το 1918, για τον περιορισμό του COVID-19. Το έγκαιρο κλείσιμο των σχολείων και η ακύρωση δημόσιων συγκεντρώσεων το 1918 στην Αμερική συσχετίστηκε σημαντικά με τη μειωμένη θνησιμότητα κατά τη διάρκεια της επιδημίας γρίπης του 1918. Αντίστοιχα το 2009 περισσότερα από 1.300 δημόσια και ιδιωτικά σχολεία σε 240 κοινότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες έκλεισαν κατά τη διάρκεια του εαρινού κύματος της πανδημίας H1N1. Μέτρα απαραίτητα για τον περιορισμό της πανδημίας. Όμως φτάνει μόνο αυτό; Δηλαδή ο κοινωνικός περιορισμός και η πρόσχαρη επιδοματική πολιτική; Μήπως πρέπει να δούμε το πώς άμεσα η χώρα θα αποκτήσει αυτάρκεια μέσα από έναν επαναπροσδιορισμό της παραγωγικής λειτουργίας της; Ερωτήματα που θέλουν άμεσες απαντήσεις και λύσεις, αν θέλουμε να έχουμε εθνική ασφάλεια και κοινωνική συνοχή. Ιδιαίτερα σήμερα που βλέπουμε την ανελαστική κοσμοαντίληψη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της Γερμανικής Ευρωπαϊκής κυριαρχίας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει άλλο ιδιαίτερα μετά την τραυματική περίοδο των μνημονικών πολιτικών, του COVID-19 και των μελλοντικών μολυσματικών ασθενειών. Η Ελλάδα πρέπει και μπορεί μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση που ακολουθεί, να είναι στο ίδιο σημείο εκκίνησης με τις άλλες ομόσπονδες αναπτυγμένες χώρες και όχι ουραγός. Η πολιτική της παροχής υπηρεσιών –τουρισμός- δεν μπορεί να αποτελεί τη βαριά «βιομηχανία» της χώρας. Την ψευδαίσθηση αυτή την πλήρωσε η Νέα Ζηλανδία για δέκα χρόνια και σήμερα θα την πληρώσει και η χώρα μας.
Ένας από τους βασικούς πυλώνες βαριάς βιομηχανίας της χώρας πρέπει να αποτελέσει η σύγχρονη, βιώσιμη ανάπτυξη του πρωτογενή τομέα. Σε αυτό μπορεί να συμβάλει η μόνιμη παροχή κινήτρων και όχι η πρόσκαιρη επιδοματική πολιτική μέσα από:

  1. τη συγκέντρωση των κατακερματισμένων ιδιοκτησιών γης σε συμπαγή μερίδια
  2. την κατασκευή νέου αγροτικού οδικού δικτύου που εξυπηρετεί όλες τις νέες δομές
  3. τη μεγέθυνση των μικρών μεριδίων ανταλλάσσοντας ιδιωτική, εκκλησιαστική και κρατική γη που διανέμεται στους αγρότες
  4. τη δημιουργία ομαλά σχηματισμένων τμημάτων γης
  5. τον περιορισμό διπλών ή πολλαπλών ιδιοκτησιών και των ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε μη μοιρασμένα μερίδια.
    Στόχος εφικτός ο οποίος θα έχει ως αποτέλεσμα: 1. Καλύτερη οργάνωση και λειτουργία των αγροτικών μεριδίων, 2. Μείωση του κόστους κατασκευής των εδαφικών βελτιώσεων, της άρδευσης και άλλων έργων υποδομής, 3. Χρήση της εγκαταλελειμμένης αγροτικής γης, 4. Αναδιοργάνωση των καλλιεργειών, 5. Αυτοματοποίηση των αγροτικών δραστηριοτήτων, 6. Μείωση του κόστους παραγωγής και 7. Αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας.
    Αν ανατρέξουμε στην περίοδο της βασιλείας του Θεόδωρου Α’ Λάσκαρι και Ιωάννη Γ’ Βατάτζη, θα δούμε ότι τότε δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην ανόρθωση της αγροτικής οικονομίας και κτηνοτροφίας. Η λειτουργία των Αυτοκρατορικών κτημάτων αποτέλεσε πρότυπο για όλες τις αγροτικές μονάδες καλλιέργειας. Παράλληλα απαγόρευσε στους υπηκόους του να αγοράζουν είδη πολυτελείας εκτός της Αυτοκρατορίας, με μοναδική εξαίρεση τα εισαγόμενα μέταλλα και τα πολυτελή υφάσματα που εισέρρεαν σε μεγάλες ποσότητες από το σουλτανάτο του Ικονίου. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να απαλλάξει το κράτος του από το μονοπώλιο των Βενετών. Συνέπεια όλων αυτών ήταν να καταστήσει την Αυτοκρατορία του αυτάρκη και οικονομικά ισχυρή, παρόλο που η αυτοκρατορία βρισκόταν συνεχώς σε εμπόλεμη κατάσταση.
    Η χώρα μας πρέπει να επενδύσει και σε άλλους τομείς, όπως η υδατοκαλλιέργεια, η υφαντουργία, η μεταποίηση κ.ά. Το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν περιορίζει, αλλά ενισχύει αυτές τις πρωτοβουλίες σε εθνικό επίπεδο. Η ανάπτυξη της ερευνητικής και βιομηχανικής παραγωγής φαρμάκου δεν είναι αντίθετη στην ευρωπαϊκή πολιτική και πρέπει να αποτελέσει μια ακόμη βαριά βιομηχανία της χώρας. Είναι αδιανόητο στη χώρα που διαθέτει παγκοσμίως τη μεγαλύτερη αφθονία ενδημικών φυτών, δηλαδή φυτικών ειδών τα οποία έχουν αναπτυχθεί και εξελιχθεί μόνο στη χώρα μας, να μην υπάρχει εθνικός φορέας έρευνας και παραγωγής φαρμάκων και να στηριζόμαστε στις φαρμακοβιομηχανίες και στις πελατειακές – οικονομικές σχέσεις (Πολιτικών, Μ.Μ.Ε., Γιατρών, Φαρμακοποιών κ.ά.) που σχετίζονται με αυτές.
    Η Ελλάδα στο ξεκίνημα της είχε την τύχη να έχει τρεις μεγάλους ηγέτες , τον Καποδίστρια, τον Τρικούπη και τον Βενιζέλο. Στις μέρες μας όμως, κρατάμε εδώ και χρόνια πολύ μικρό καθρέφτη. Σύμφωνα με τον Σεφέρη «Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη».


Δημήτρης Μερκούρης
Σύμβουλος Δημοτικής Κοινότητας Αλεξανδρούπολης