Σε ισχύ τέθηκε από χθες ο νόμος 4487/2017 ο οποίος προβλέπει πως η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης, θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.

Ο εν λόγω νόμος μπορεί να είναι υποστηρικτικός των διεκδικήσεων χιλιάδων εργαζομένων που είναι απλήρωτοι για μεγάλο χρονικό διάστημα, ωστόσο συγκρούεται με πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου ο οποίος έθεσε «όρια» στο πότε η μη καταβολή μισθού συνεπάγεται βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.

Υπενθυμίζεται ότι ο Άρειος Πάγος με την απόφαση του (ΑΠ 677/2017) είχε κρίνει ότι η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης.
Η συγκεκριμένη απόφαση που προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 648, 652 παρ. 1, 656 Α.Κ., 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 είχε προκαλέσει αντιδράσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην ουσία έκρινε πως η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της, αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας.
Πλέον με το νόμο 4487/2017 ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης, η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Το μόνο που απομένει να αποσαφηνιστεί είναι το πότε η καθυστέρηση θεωρείται «αξιόλογη», δηλαδή το χρονικό περιθώριο που δίνει ο νομοθέτης στον υπερήμερο εργοδότη.