Την Κυριακή 19 Νοεμβρίου η ΤΕ Έβρου του ΚΚΕ, στην Αλεξανδρούπολη σε μια γεμάτη αίθουσα του Επιμελητηρίου Έβρου, πραγματοποίησε Βιβλιοπαρουσίαση της έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής «Δικτατορία 1967 – 1974» που επιμελήθηκε το Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

Την παρουσίαση έκανε ο Κοντογεωργίου Θεόδωρος, μέλος της ΕΠ Ανατ. Μακεδονίας-Θράκης του ΚΚΕ.

Στην ομιλία του το στέλεχος του ΚΚΕ τόνισε ότι:

Το βιβλίο «Δικτατορία 1967-1974» είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας. Η έκδοση αποτελεί καλό βήμα για τη συγγραφή του Γ΄ Τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, 1967-1974.

Με αφορμή τη σημερινή εκδήλωση δεν είναι περιττό να ξαναφέρουμε μπροστά μας βασικά ζητήματα για το πώς γράφει το ΚΚΕ την Ιστορία του, τονίζοντας ότι ναι μεν τα ιστορικά γεγονότα είναι αυτά που έγιναν, όμως ερευνούνται και επανεκτιμούνται ιστορικά συμπεράσματα στο φως νέων δεδομένων.

Την 100χρονη πορεία του ΚΚΕ χαρακτηρίζουν ο ηρωισμός και η αυτοθυσία σε όλες τις συνθήκες, στις ανατάσεις και στα πισωγυρίσματα, καθώς και η πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός θα θριαμβεύσει. Σ’ αυτήν την πορεία υπήρξαν επιλογές σωστές, καθώς και λαθεμένες, όχι βέβαια από πρόθεση.

Η συγγραφή της Ιστορίας του Κόμματος, για όλες τις περιόδους, όσο και για την περίοδο που εξετάζουμε σήμερα, που αφορά την επταετία 1967 – 1974, σε κάθε περίπτωση έχει ταξική αφετηρία και περιεχόμενο. Διερευνούμε την επίδραση του Κόμματος στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, με κριτήριο την κατεύθυνσή της προς το στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Καταφέραμε με τη συμβολή όλων να αντέξουμε στις θύελλες, να αναπτύξουμε τις επεξεργασίες μας, να μελετήσουμε πρωτοπόρα ζητήματα της στρατηγικής μας, να ανδρωθεί το Κόμμα.

Το ΚΚΕ θα συνεχίσει να προβάλλει την ιστορική μνήμη και γνώση στις νεότερες γενιές, τα συμπεράσματα που επιβεβαιώνουν την επικαιρότητα, αναγκαιότητα και ρεαλιστικότητα της πάλης για τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό

Ομιλία για την παρουσίαση της έκδοσης «Δικτατορία 1967-1974»

Σύντροφοι, συντρόφισσες και συναγωνιστές,

Το βιβλίο «Δικτατορία 1967-1974» είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας. Υπογραμμίζεται ιδιαίτερα ότι η ΚΕ συζήτησε το κύριο κείμενο, που έχει τίτλο «Η στρατηγική του ΚΚΕ στη δικτατορία 1967-1974». Ακόμα, ότι η ίδια συλλογική συζήτηση έγινε και για την ΕΙΣΑΓΩΓΗ, που υπογράφεται από το ΠΓ, ενώ πολύτιμος βοηθός για τα κείμενα και το Χρονολόγιο της περιόδου ήταν το Κομματικό Αρχείο, που υλικά του περιέχονται στο βιβλίο. Η έκδοση αποτελεί καλό βήμα για τη συγγραφή του Γ΄ Τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, 1967-1974.

Με αφορμή τη σημερινή εκδήλωση δεν είναι περιττό να ξαναφέρουμε μπροστά μας βασικά ζητήματα για το πώς γράφει το ΚΚΕ την Ιστορία του, τονίζοντας ότι ναι μεν τα ιστορικά γεγονότα είναι αυτά που έγιναν, όμως ερευνούνται και επανεκτιμούνται ιστορικά συμπεράσματα στο φως νέων δεδομένων.

Την 100χρονη πορεία του ΚΚΕ χαρακτηρίζουν ο ηρωισμός και η αυτοθυσία σε όλες τις συνθήκες, στις ανατάσεις και στα πισωγυρίσματα, καθώς και η πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός θα θριαμβεύσει. Σ’ αυτήν την πορεία υπήρξαν επιλογές σωστές, καθώς και λαθεμένες, όχι βέβαια από πρόθεση.

Το ΚΚΕ, όντας υπερήφανο για τη διαδρομή του, τη μελετάει για να συμβάλει στη θωράκιση της πάλης σήμερα και για να μη γνωρίσει ξανά επιστροφή η νέα έφοδος για την εργατική εξουσία.

Το πώς πρέπει να εκτιμά την πορεία του ένα ΚΚ, μας έχουν διδάξει οι κλασικοί μας. Οι Μαρξ, Ενγκελς, Λένιν υποκλίθηκαν στην Κομμούνα του Παρισιού, για τον ηρωισμό και την προσφορά της στην πείρα της ταξικής πάλης και στην ανάπτυξη της κομμουνιστικής θεωρητικής σκέψης για το εργατικό κράτος. Ταυτόχρονα, την επέκριναν, επειδή έφτασε στα μισά του δρόμου, δηλαδή δεν δήμευσε την Τράπεζα της Γαλλίας, ενώ έδειξε επιείκεια στους αντιπάλους της, που τελικά την αιματοκύλισαν. Η κριτική των κλασικών γινόταν, προκειμένου να βγουν διδάγματα για να γίνει η επαναστατική πάλη νικηφόρα, όπως και έγινε.

Παρά την αντεπανάσταση του 1989 – 1991, η ανθρωπότητα, με τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, έχει μπει από το 1917 στην εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Η εποχή που άνοιξε τότε, είναι η ακλόνητη αφετηρία για τη μελέτη της Ιστορίας του Κόμματος και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Ο χαρακτήρας της εποχής μας ισχύει αντικειμενικά. Συγκροτεί το θεωρητικό και μεθοδολογικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο εξετάζονται και οι ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιόδου: Πολέμου, Κατοχής, καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, ή δικτατορίας, όπως του Μεταξά, είτε της χούντας.

Η σε βάθος μελέτη των συνθηκών κάθε περιόδου είναι αναμφίβολα απαραίτητη, γιατί διαφορετικά δεν θα πρόκειται για ιστορική έρευνα. Ωστόσο, δεν είναι αντικειμενικό οι συγκεκριμένες συνθήκες να αυτονομούνται από το γενικό πλαίσιο της ταξικής πάλης, αφού εκείνο σε τελευταία ανάλυση τις διαμορφώνει. Διαφορετικά, οδηγούμαστε σε λαθεμένα ή σε μη ολοκληρωμένα συμπεράσματα.

Η κριτική με βάση τη στρατηγική

Με βάση τα παραπάνω, το ΚΚΕ κρίνει τη στρατηγική του σε διάφορες περιόδους – και αυτή της δικτατορίας. Η πείρα έδειξε ότι όχι μόνο δεν έφερνε πιο κοντά τον σοσιαλισμό, αλλά και ότι οδηγούσε σε άλλο δρόμο η διαμόρφωση ενδιάμεσου στόχου προγραμματικής σύγκλισης με αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα. Δεν επιβεβαιώθηκε ότι η λεγόμενη μεταβατική κυβέρνηση επιβαλλόταν, επειδή στην α’ φάση διανύαμε συνθήκες δικτατορίας, στη β’ βασιλευομένης δημοκρατίας ή συνθήκες κάποιας άλλης φάσης, όπου το ΚΚΕ ήταν νόμιμο ή μισονόμιμο ή παράνομο.

Ο σοσιαλισμός, ως επίκαιρος και ρεαλιστικός στόχος, δεν καθορίζεται από το αν βρισκόμαστε σε περίοδο υποχώρησης ή επαναστατικής ανόδου. Καθορίζεται από την ύπαρξη των ώριμων υλικών προϋποθέσεων για τον σοσιαλισμό, άρα από την ανάγκη να οργανωθεί η εργατική – λαϊκή πάλη στην κατεύθυνση να επιλυθεί η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας, σε οποιεσδήποτε συνθήκες. Και η τρέχουσα, η καθημερινή πολιτική πάλη, πρέπει να υπηρετεί αυτήν τη στρατηγική.

Για παράδειγμα, το ΚΚΕ δεν καλεί σε συνεργασία των αντιφασιστικών δυνάμεων για ν’ αντιμετωπιστεί η φασιστική Χρυσή Αυγή. Ξεκινώντας από την επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση ότι και στην Ελλάδα είναι ώριμες οι υλικές προϋποθέσεις για τον σοσιαλισμό, παλεύει για τη συγκέντρωση και πολιτική ωρίμανση του εργατικού κινήματος στο στόχο αλλαγής τάξης στην εξουσία, για την προσέλκυση λαϊκών μεσαίων στρωμάτων, τη συγκρότηση της αντιμονοπωλιακής, αντικαπιταλιστικής Κοινωνικής Συμμαχίας. Μόνο μ’ αυτήν τη γραμμή χτυπιέται ριζικά και ο φασισμός.

Αλλο παράδειγμα: Σε περίπτωση ιμπεριαλιστικού πολέμου το ΚΚΕ δεν εγκαταλείπει τη στρατηγική πάλης για την εργατική εξουσία, προσχωρώντας στη γραμμή της «εθνικής ενότητας». Αυτό θα σήμαινε υποταγή του Κόμματος, του εργατικού – λαϊκού κινήματος, στην αστική στρατηγική, η οποία λέει: «Τώρα κινδυνεύει η πατρίδα, πρέπει να μείνουν στην άκρη οι πολιτικές αντιπαραθέσεις». Πατρίδα στην αστική ορολογία είναι τα κέρδη του κεφαλαίου. Για τα κέρδη, όλες οι αστικές τάξεις σφαγιάζουν τα εργατικά – λαϊκά δικαιώματα στην ειρήνη με τους νόμους, την ανεργία, την πείνα, ενώ στον πόλεμο μαζί μ’ αυτά σφαγιάζουν μαζικά και τους ίδιους τους εργάτες.

Ιστοριογράφοι, που τάσσονται υπέρ της «αποϊδεολογικοποίησης» της Ιστορίας, ισχυρίζονται ότι το ΚΚΕ χρησιμοποιεί εργαλειακά την Ιστορία, προκειμένου να στηρίξει τη στρατηγική του.

Η Ιστορία γράφεται με ταξική οπτική

Μια παρένθεση εδώ: Η θεωρία της «αποϊδεολογικοποίησης» δεν είναι νέα. Από τη δεκαετία του ’60, ο Γερμανός καθηγητής Νόλτε, πατώντας στο κατασκευασμένο από τις αμερικανικές υπηρεσίες σχήμα των «δύο ολοκληρωτισμών, του κομμουνισμού και του φασισμού», υποστήριξε ότι η ναζιστική εισβολή στη Σοβιετική Ενωση αποτελούσε επιθετική άμυνα στην κομμουνιστική βία. Ετσι, αποτίμησε τον «μύθο» του Γ΄ Ράιχ ως κατασκευή των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στόχος του ήταν να αμαυρώσει τον καθοριστικό ρόλο της Σοβιετικής Ενωσης στη συντριβή του φασισμού, να δικαιολογήσει την αστική βία, να καταδικάσει την εργατική βία.

Ταυτόχρονα να αποσυνδέσει το φασιστικό φαινόμενο από τη μήτρα του, τον καπιταλισμό. Το ίδιο κάνουν και οι εγχώριοι παραχαράκτες της Ιστορίας, βάζοντας σ’ ένα τσουβάλι το ΕΑΜ με τους ταγματασφαλίτες.

Από άλλη αφετηρία ξεκινώντας, μεγάλο τμήμα της οπορτουνιστικής ιστοριογραφίας επίσης επικρίνει το ΚΚΕ για εργαλειακή χρήση της Ιστορίας του.

Η κριτική αυτών και των προηγούμενων είναι και ανυπόστατη και υποκριτική. Γιατί είναι οι ίδιοι που προσαρμόζουν τα ιστορικά γεγονότα στη στρατηγική του αστικού εκσυγχρονισμού, που υπηρετούν. Για να μην αναφερθούμε στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, που θρασύτατα αξιολογεί ακόμα και τον Μπελογιάννη ως αγωνιστή της αστικής δημοκρατίας.

Είναι αδύνατο να γραφεί ιστορικό κείμενο δίχως κάποια ταξική οπτική. Τέτοια «αντικειμενικότητα» η ζωή δεν γνωρίζει. Οι Μαρξ – Ένγκελς τεκμηρίωσαν ότι «η ιστορία των ως τα τώρα κοινωνιών είναι ιστορία της ταξικής πάλης».

Το ΚΚΕ έχει θεωρία και μέθοδο τον ιστορικό υλισμό, που δεν επιτρέπει στην έρευνα να αποσπά την πολιτική από την οικονομία, που είναι αλληλένδετες στην κοινωνία. Δεν επιτρέπει να αποσπά η έρευνα τη λειτουργία του κράτους και του πολιτικού του συστήματος από τις σχέσεις παραγωγής, τις σχέσεις ιδιοκτησίας, πάνω στις οποίες αυτά γεννιούνται, στηρίζονται και τις στηρίζουν. Σε αυτήν τη βάση, το ΚΚΕ αναλύει και το χαρακτήρα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως μορφής άσκησης της καπιταλιστικής εξουσίας. Τέτοια μορφή ήταν και η δικτατορία, έχοντας βέβαια ανατρέψει τον κοινοβουλευτισμό, δικαίωμα που, ας μην ξεχνάμε, έδινε στον βασιλιά το Σύνταγμα του 1952. Σχετικά με τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους και της δημοκρατίας γίνεται εκτενής ανάλυση στην ΕΙΣΑΓΩΓΗ του βιβλίου.

Οι αιτίες του πραξικοπήματος

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 δεν έγινε για ν’ αντιμετωπιστεί ο «κομμουνιστικός κίνδυνος», όπως προφασιζόταν η χούντα. Τέτοιος κίνδυνος για το πολιτικό σύστημα δεν υπήρχε, ενώ και η κατεύθυνση του λαϊκού κινήματος δεν έβγαινε από το πλαίσιο του αστικού Συντάγματος, παρά τους σκληρούς και ηρωικούς αγώνες του, που είχαν και νεκρούς, όπως τον Στέφανο Βελδεμίρη, τον Διονύση Κερπινιώτη, τον Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Σωτήρη Πέτρουλα.

Το πραξικόπημα δεν ήταν έργο επίορκων αξιωματικών, όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία. Ας θυμηθούμε ότι την επιβολή δικτατορίας δεν απέκλειε και ο Καραμανλής. Επίσης, το πραξικόπημα δεν έγινε από το φόβο νίκης της Ένωσης Κέντρου στις εκλογές, όπως υποστηρίζει το ΠΑΣΟΚ.

Οι αιτίες του πραξικοπήματος πρέπει να αναζητηθούν στα χρόνια της ένοπλης σύγκρουσης 1946 – 49, μέσα στο πλέγμα των ενδοαστικών αντιθέσεων, που αναδύθηκαν στην επιφάνεια μετά την ήττα του ΔΣΕ.

Στη φάση που προχωρούσε η καπιταλιστική ανάπτυξη, το μετεμφυλιακό καθεστώς εκ των πραγμάτων πρόβαλλε ως παρωχημένο για να εξυπηρετηθεί η πιο ομαλή ενσωμάτωση των λαϊκών μαζών.

Οι εκσυγχρονισμοί του πολιτικού συστήματος, που επιχειρήθηκαν από αστικές κυβερνήσεις (Κ. Καραμανλή, Γ. Παπανδρέου), αφορούσαν στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρμοδιότητες κάθε πλευράς (κυβέρνησης – θρόνου), ιδιαίτερα τον έλεγχο του στρατού.

Η χούντα, ως ο πιο δυναμικός από τους αντικομμουνιστικούς θύλακες στο αστικό κράτος, βγήκε από τα σπλάχνα των συγκρούσεων ανάμεσα στο Παλάτι και τα αστικά κόμματα, τα οποία ταυτόχρονα συνεργάζονταν μαζί του, καθένα χωριστά εναντίον του άλλου, πάντως όλοι μαζί κατά του λαού. Το Παλάτι συμμαχούσε με την ΕΡΕ εναντίον του Κέντρου, με το Κέντρο εναντίον της ΕΡΕ, με τμήματα του Κέντρου εναντίον του υπόλοιπου Κέντρου, και άλλοτε συμμαχούσε ταυτόχρονα με την ΕΡΕ και με το Κέντρο.

Τα «Ιουλιανά» αποτελούσαν νέα φάση της κλιμακούμενης όξυνσης των ενδοαστικών αντιθέσεων. Τότε, η Ενωση Κέντρου υπέστη εκείνο που η ηγεσία της καλούσε τον βασιλιά να κάνει το 1963 εναντίον της ΕΡΕ. Δηλαδή, να πραγματοποιήσει κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, για να πέσει η κυβέρνηση Καραμανλή. Τώρα, τον Ιούλη του ’65, το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα έγινε από το Παλάτι και βουλευτές της Ενωσης Κέντρου, με τη στήριξη της ΕΡΕ, εναντίον της κυβέρνησης Παπανδρέου. Οι ενδοαστικές αντιθέσεις απεικονίζονται αναλυτικά στο κείμενο της παρούσας έκδοσης με τίτλο «Το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1960».

Το χουντικό καθεστώς έχει τη ρίζα του και στο θεσμικό πλαίσιο που διατηρούσαν όλες οι κυβερνήσεις. Ο αναγνώστης της έκδοσης θα διαπιστώσει το κλίμα της προδικτατορικής περιόδου στο κείμενο, με τίτλο «Ο αντικομμουνισμός, το ιδεολογικό υπόβαθρο για τη δικτατορία 1967 – 1974».

Η δικτατορία γεννήθηκε από την κρίση του πολιτικού συστήματος και για να το βγάλει από αυτή. Δίχως να έχουν οι πραξικοπηματίες ενιαία αντίληψη και καθαρό στις λεπτομέρειές του – και πότε – αυτό που επιδίωκαν να φέρουν, συνάγεται ότι επιδίωξή τους ήταν: Να διαμορφωθεί ένα «υγιές» πολιτικό σύστημα, «σύγχρονο», αντικομμουνιστικό, που θα έχει τον καθοδηγητικό ρόλο σε όλα τα όργανα της εξουσίας, στους μηχανισμούς της, με βασικό πυλώνα του την «εθνικόφρονα» παράταξη. Τα αναμορφωμένα αστικά κόμματα θα εναλλάσσονταν σ’ αυτό το ρόλο. Χρειάζεται παραπέρα διερεύνηση αν η χούντα σχεδίαζε και την κατάργηση του θρόνου. Πάντως, έτσι ή αλλιώς, οι συγκρούσεις της με το θρόνο οδήγησαν στην κατάργησή του από τη χούντα.

Η στάση των ιμπεριαλιστών

Σύντροφοι και συντρόφισσες,

Το ΚΚΕ από την πρώτη μέρα, καταγγέλλοντας το πραξικόπημα, ανέδειξε το ρόλο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Είναι αποπροσανατολιστική η προσπάθεια απενοχοποίησής τους, που επιχειρείται, με τον ισχυρισμό ότι οι ΗΠΑ αιφνιδιάστηκαν. Το πραξικόπημα όχι μόνο ήταν σε γνώση τους, αλλά είχε τουλάχιστον την ανοχή, αν όχι και τη στήριξη μηχανισμών τους. Οι ΗΠΑ, στηρίζοντας τη χούντα, κρατούσαν και επαφή με τους ηγέτες των αστικών κομμάτων, με στόχο την «ελεγχόμενη» μετάβαση στην αστική δημοκρατία.

Τη στάση των ΗΠΑ γενικά καθόριζαν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντά τους στην περιοχή, με αιχμή τη Μέση Ανατολή και την Κύπρο, στην πολύμορφη επιθετική και διαβρωτική πολιτική τους ενάντια στην ΕΣΣΔ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Την καθόριζαν και οι αντιθέσεις των ΗΠΑ με καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης.

Η επιβολή της στρατιωτικής χούντας προκάλεσε αμηχανία στους κόλπους της ΕΟΚ, που είχε συμφέρον να οριοθετείται κατά του σοσιαλιστικού συστήματος, προβάλλοντας την κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Η πιο σημαντική πολιτική απόφαση ήταν η αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, το 1969. Ομως ουσιαστικά δεν «πάγωσε» η συμφωνία τελωνειακής σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ, ενώ τα κράτη – μέλη της, ιδιαίτερα η Γαλλία, συνέχισαν τις σχέσεις με την Ελλάδα.

Οι σοσιαλιστικές χώρες

Η στάση του σοσιαλιστικού συστήματος καθορίστηκε με βάση: α) Την εξωτερική πολιτική διατήρησης σχέσεων με τα καπιταλιστικά κράτη, ανεξάρτητα από την εσωτερική πολιτική κατάσταση. β) Οτι η ανάπτυξη της λαϊκής πάλης αποτελούσε υπόθεση των εγχώριων δυνάμεων.

Από το Μάη του ’67 ο Πρόεδρος της ΕΣΣΔ και ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ, Λεονίντ Μπρέζνιεφ, κατήγγειλε τη δικτατορία, ενώ το Φλεβάρη του ’68 η ΕΣΣΔ κατήγγειλε τη χούντα στον ΟΗΕ. Στις 13 Αυγούστου 1968 η Σοβιετική κυβέρνηση αποφάσισε να μη ναυλώνει πλέον ελληνικά πλοία.

Η μη διακοπή από την ΕΣΣΔ των διπλωματικών και οικονομικών σχέσεων με την Ελλάδα αξιοποιήθηκε από τα αστικά κόμματα ως προκάλυμμα για τη συκοφάντηση του ΚΚΕ και του σοσιαλισμού. Αξιοποιήθηκε και από το λεγόμενο «ΚΚΕ Εσωτερικού», την αναθεωρητική ομάδα που δρούσε φραξιονιστικά από τα προδικτατορικά χρόνια, ονοματίζοντας το ΚΚΕ μετά το 1968 «ΚΚΕ Εξωτερικού».

Τα ΚΚ των σοσιαλιστικών, καθώς και σειράς καπιταλιστικών χωρών, πρωτοστάτησαν σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο με εκδηλώσεις αλληλεγγύης στον ελληνικό λαό, στήριξαν ηθικά και υλικά την αντιδικτατορική δράση και τα θύματα της δικτατορίας.

Το κεφάλαιο στήριξε τη χούντα

Σύντροφοι και συντρόφισσες,

Στην παρούσα έκδοση περιγράφονται σε ιδιαίτερα κείμενα η ιδεολογία της χούντας, με τίτλο «Ορισμένες πλευρές της ιδεολογίας της στρατιωτικής δικτατορίας», και η οικονομική της πολιτική, με τίτλο «Τάσεις της ελληνικής οικονομίας κατά τη δικτατορία». Τόσο από αυτά, όσο και από άλλα σημεία της έκδοσης, που αφορούν την εξωτερική πολιτική της χούντας, ο αναγνώστης θα διαπιστώσει την ταξική πολιτική της, που σε αυτούς τους τομείς δεν διέφερε από την πολιτική των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Για παράδειγμα, ο «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» ήταν κυρίαρχος και στο Σύνταγμα του 1952, ενώ ο φιλοΝΑΤΟικός προσανατολισμός της δικτατορίας ήταν επίσης δεδομένος.

Ισχυρά τμήματα της αστικής τάξης, ιδιαίτερα το εφοπλιστικό κεφάλαιο, στήριξαν τη χούντα. Το ίδιο τελικά και εκείνα τα τμήματα του κεφαλαίου που αναγνώριζαν πρωταρχικά το ρόλο και τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, όμως ήταν ταυτόχρονα και υπέρ της σύνδεσης με την ΕΟΚ, θέση που είχε και η χούντα.

Η χουντική κυβέρνηση πήρε μέτρα υπέρ του κεφαλαίου (π.χ. φοροελαφρύνσεις, χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων), που τα κέρδη του έφτασαν σε τεράστια ύψη. Οι καπιταλιστές επωφελήθηκαν και από την απαγόρευση της συνδικαλιστικής δράσης, έχοντας στήριγμα και τις διορισμένες ηγεσίες των ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ κ.λπ.

Οι αντιδικτατορικοί αγώνες

Σύντροφοι και συντρόφισσες,

Το στρατιωτικό πραξικόπημα δεν συνάντησε μαζική λαϊκή αντίδραση, καθώς δεν υπήρχε καμιά ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική προετοιμασία του λαϊκού κινήματος από το ΚΚΕ και την ΕΔΑ. Στην απουσία τέτοιας αντίδρασης επέδρασαν και οι χιλιάδες συλλήψεις τις πρώτες ώρες. Αναλυτικά για τις συλλήψεις, τις φυλακίσεις, τις εξορίες και τα βασανιστήρια αναφέρεται το κείμενο της έκδοσης «Πολιτικοί κρατούμενοι στα σίδερα της δικτατορίας». Σ’ αυτό αναδεικνύονται και οι ηρωικοί αγώνες χιλιάδων φυλακισμένων και εξόριστων, κρατούμενων στη Γυάρο και τη Λέρο, τον Ωρωπό και τον Κορυδαλλό, στις φυλακές Αβέρωφ, στα κρατητήρια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, στο ΕΑΤ – ΕΣΑ και την Μπουμπουλίνας, σε κάθε τόπο μαρτυρίου. Αναδεικνύεται η θυσία του Ελή, του Τσαρουχά, του Χαλκίδη, του Μπεκροδημήτρη, του Μανδηλαρά, των νεκρών κομμουνιστών στη Γυάρο και στη Λέρο.

Ο αντιδικτατορικός αγώνας αναπτυσσόταν αργά και βασανιστικά. Η πάλη δυνάμωσε μετά την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, ενώ πήρε μαζικό πολιτικό χαρακτήρα, αρχικά με την πρώτη κατάληψη της Νομικής, το Φλεβάρη 1973, και κορυφώθηκε το Νοέμβρη στο Πολυτεχνείο. Τις μέρες του Πολυτεχνείου πραγματοποιήθηκαν καταλήψεις και στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης, Πάτρας, Ιωαννίνων. Το κείμενο της έκδοσης «Για το Πολυτεχνείο και με αφορμή το Πολυτεχνείο» αναλύει τις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτό, το ρόλο του ΚΚΕ, της ΚΝΕ και της Αντι-ΕΦΕΕ στην κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση, που βάφτηκε με το αίμα δεκάδων αγωνιστών. Τοποθετεί τα γεγονότα όπως έγιναν, αποκαθιστώντας μια σειρά διαστρεβλωμένες πλευρές τους.

Βασικά μηνύματα του Πολυτεχνείου είναι το πνεύμα ξεσηκωμού, ο μαζικός ηρωισμός, η πείρα για τις μορφές πάλης, ειδικά των καταλήψεων και του ρόλου που μπορούν να παίξουν σε συγκεκριμένες στιγμές. Είναι παρακαταθήκη ότι καμιά εκμεταλλευτική εξουσία, όσο ισχυρή κι αν φαίνεται, δεν είναι ακλόνητη και μόνιμη.

Το κείμενο του βιβλίου «Το ΚΚΕ και η ΚΝΕ στον αντιδικτατορικό αγώνα. Οι άλλες αντιδικτατορικές οργανώσεις» φωτίζει τη δράση που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό από τους πολιτικούς πρόσφυγες και τους Ελληνες μετανάστες στη Δυτ. Ευρώπη. Στο ίδιο γίνεται αναφορά στη δράση του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου (ΠΑΜ), όπως και στη δράση αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων που πάλεψαν κατά της χούντας (ΠΑΚ, Δημοκρατική Αμυνα, Ρήγας Φεραίος και άλλες). Γίνεται αναφορά στους αξιωματικούς που βασανίστηκαν και αποτάχτηκαν.

Η στρατηγική του ΚΚΕ

Σύντροφοι και συναγωνιστές,

Στην πορεία του αντιδικτατορικού αγώνα ήταν καθοριστική η κατάσταση του ΚΚΕ, που βρισκόταν από το 1958 δίχως Κομματικές Οργανώσεις στην Ελλάδα. Τα κομματικά μέλη είχαν διαχυθεί στην ΕΔΑ με απόφαση της ΚΕ.

Για την αυτοδιάλυση των ΚΟ επέδρασε το γεγονός ότι το μισό ΚΚΕ βρισκόταν στην πολιτική προσφυγιά και το άλλο μισό στις φυλακές και στις εξορίες ή στην παρανομία. Επέδρασε και η πίεση των ανελέητων διωγμών, την ώρα μάλιστα που η ΕΔΑ ήταν νόμιμη, παρά τις διώξεις εναντίον της.

Δραματική κορύφωση της πίεσης αποτέλεσε κυρίως η δεύτερη δίκη Μπελογιάννη «περί κατασκοπείας» και η εκτέλεση το 1952 του ίδιου και των Αργυριάδη, Καλούμενου, Μπάτση. Κύριος στόχος ήταν το τσάκισμα της παράνομης πάλης.

Οι οπορτουνιστικές απόψεις φούντωσαν από τον άνεμο που σήκωσαν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956, και στη συνέχεια η 6η και 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Με σύσταση του ΚΚΣΕ οι παράνομες ΚΟ στην Ελλάδα διαλύθηκαν, γεγονός που βέβαια δεν μειώνει την ευθύνη της τότε κομματικής καθοδήγησης. Ενισχύθηκαν και κορυφώθηκαν οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες, ιδιαίτερα με τις εκλογές του 1958, οπότε η ΕΔΑ πήρε το συγκυριακό 24,4% και έγινε αξιωματική αντιπολίτευση.

Χρειάστηκαν δυστυχώς η επιβολή της δικτατορίας και η έφοδος του αναθεωρητισμού για τη μετατροπή του ΚΚΕ σε «ευρωκομμουνιστικό» κόμμα, ώστε το 1968 η 12η Ολομέλεια της ΚΕ να προχωρήσει σε μέτρα κομματικής οικοδόμησης. Η 12η Ολομέλεια, με τις αποφάσεις της οποίας τάχθηκε και η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτικών κρατουμένων, ήταν σημαντική για την οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚΕ. Εδώ βρίσκεται η ιστορική σημασία της.

Μετά τη 12η Ολομέλεια εκδόθηκε ο «Ριζοσπάστης», που με τον «Οδηγητή», την «Αδούλωτη Αθήνα» και τον ρ/σ «Φωνή της Αλήθειας», πρωτοστάτησαν στην αντιδικτατορική πάλη και την ισχυροποίηση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, που ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1968.

Η ανασυγκρότηση του ΚΚΕ προχώρησε πολύ πιο αποφασιστικά από το 1972, μετά την ανάληψη από τον Χ. Φλωράκη των καθηκόντων του Α’ Γραμματέα της ΚΕ. Ακόμα μεγαλύτερη ώθηση έδωσε το 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ, το Δεκέμβρη του 1973.

Παρά τις στρατηγικές και οργανωτικές του αδυναμίες, το ΚΚΕ ήταν η ψυχή της αντιδικτατορικής πάλης. Δίπλα του έδρασε ηρωικά η ΚΝΕ. Χιλιάδες στελέχη και μέλη του Κόμματος και της Νεολαίας του κατέθεσαν θυσίες στον αγώνα. Το ΚΚΕ πάλεψε για την ανατροπή της χούντας με τον οργανωμένο αγώνα του λαού, που έβλεπε ότι μπορούσε να διεξαχθεί με όλες τις μορφές πάλης.

Με το κείμενο «Η «φιλελευθεροποίηση» της χούντας και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις» αναδεικνύεται η στάση του ΚΚΕ απέναντι στο «πείραμα Μαρκεζίνη». Το Κόμμα κατάγγειλε την προσπάθεια της δικτατορίας να οδηγήσει στη λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση», σε αντίθεση με τις ηγεσίες αστικών κομμάτων, που φοβούνταν μήπως ανατραπεί η δικτατορία από το λαϊκό παράγοντα. Τη «φιλελευθεροποίηση» είχαν δει θετικά η ηγεσία της ΕΔΑ και του λεγόμενου «ΚΚΕ εσωτερικού».

Στις 24 Ιούλη 1974 το ΚΚΕ έθεσε ανοιχτά ότι η αλλαγή ήταν «προϊόν συμφωνίας ανάμεσα στη χούντα, τις ΗΠΑ, τους άλλους βασικούς εταίρους του ΝΑΤΟ και τους αστούς πολιτικούς με επικεφαλής τον Κ. Καραμανλή». Ηταν συμβιβασμός με την έγκριση και της ΕΟΚ, και έγινε μετά το πραξικόπημα χούντας και ΕΟΚΑ Β’ στην Κύπρο για την ανατροπή του Προέδρου Μακαρίου και την τουρκική εισβολή και κατοχή που ακολούθησε, με τη στήριξη των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ.

Τις ίδιες ώρες το ΚΚΕ πήρε μέτρα για τη ντε φάκτο νομιμοποίησή του και την επιστροφή στην Ελλάδα της καθοδήγησής του. Αυτό το γεγονός έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αναγνώριση της νόμιμης πολιτικής του παρουσίας από την κυβέρνηση της λεγόμενης «εθνικής ενότητας».

Διαχρονικά συμπεράσματα

Συντρόφισσες, σύντροφοι, συναγωνιστές,

Η συγγραφή της Ιστορίας του Κόμματος, για όλες τις περιόδους, όσο και για την περίοδο που εξετάζουμε σήμερα, που αφορά την επταετία 1967 – 1974, σε κάθε περίπτωση έχει ταξική αφετηρία και περιεχόμενο. Διερευνούμε την επίδραση του Κόμματος στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, με κριτήριο την κατεύθυνσή της προς το στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Η μελέτη της πείρας και της περιόδου εκείνης, μας εξοπλίζει με σημαντικά συμπεράσματα, διαχρονικά αναγκαία για κάθε Κομμουνιστικό Κόμμα, ως Κόμμα της επαναστατικής ανατροπής, ως Κόμμα παντός καιρού.

Πρώτο: Η αυτοτελής ιδεολογική – πολιτική δράση του Κόμματος σε οποιεσδήποτε συνθήκες, που σημαίνει ότι δεν περιορίζει το Πρόγραμμά του. Η αυτοτελής θεωρητική δουλειά του. Η έγκαιρη, με επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα, διαλεκτική – υλιστική ανάλυση των εσωτερικών και διεθνών οικονομικών εξελίξεων, καθώς και η επίδραση που ασκούν στις κοινωνικές δυνάμεις, αλλά και των προσαρμογών που προκαλούν στο εποικοδόμημα.

Δεύτερο: Η καθυστέρηση ή τα λάθη σε θεωρητικό επίπεδο οδηγούν σε λάθη στρατηγικής. Κι αυτό ανεξάρτητα από τη γενική αποδοχή της διακήρυξης του σοσιαλισμού, ανεξάρτητα από την όποια επαναστατική διάθεση και στάση της ηγεσίας του Κόμματος, ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά της ταξικότητας που μπορεί να έχει και να διατηρεί ένα Κόμμα.

Τρίτο: Το Κόμμα πρέπει να έχει στο επίκεντρο της προσοχής του, να προφυλάσσεται, να μην αιφνιδιάζεται από τις όποιες εξελίξεις, να αντέχει στις ανηφόρες και τις κατηφόρες.

Να μπορεί να αντέχει σε μη επαναστατικές συνθήκες, οπότε οι πιέσεις είναι ασύγκριτα μεγαλύτερες για να «βάλει νερό στο κρασί του», να απεμπολήσει διακηρυγμένους στόχους, να διολισθήσει σε υποτιθέμενα πιο βατά μονοπάτια, να προσαρμοστεί στην αστική νομιμότητα, γεγονός που έχει και ως νομοτελειακό αποτέλεσμα τη διαμόρφωση λεγκαλιστικών αυταπατών. Να μην υποστέλλει ποτέ τη σημαία της πάλης κατά του οπορτουνισμού, ο οποίος σαν τη Λερναία Ύδρα πετά τα δηλητηριώδη κεφάλια του παντού και πάντα.

Τέταρτο: Να διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού η οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚ σε όλες τις συνθήκες, νόμιμης – ημιπαράνομης ή παράνομης δράσης, άτυπης ή πιο συγκροτημένης συμμαχίας της εργατικής τάξης με λαϊκές δυνάμεις. Αναγκαιότητα της πάλης και για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων είναι και η δράση για την ντε φάκτο κατοχύρωση της ανοιχτής δημόσιας δράσης του Κόμματος, όταν βρίσκεται σε συνθήκες ολικής ή μερικής κρατικής απαγόρευσης.

Πέμπτο: Να υπάρχουν και συνεχώς να δημιουργούνται καινούργιες Κομματικές Οργανώσεις Βάσης, κυρίως μέσα στους τόπους δουλειάς, στα εργοστάσια, όπου χτυπά η καρδιά της εργατικής τάξης, σε όλους τους βιομηχανικούς κλάδους, σε βασικές υποδομές, στα εμπορικά κέντρα, στα νοσοκομεία, στα σχολεία, στις σχολές, στις εργατογειτονιές των μεγάλων πόλεων, στις κωμοπόλεις και τα χωριά.

Είναι απαραίτητο η οργανωτική συγκρότηση του ΚΚΕ να στηρίζεται στην εργατική τάξη, να υπάρχουν ΚΟΒ και ενδιάμεσα καθοδηγητικά όργανα σε κάθε περίπτωση, εξασφαλίζοντας ακόμα και σε συνθήκες παρανομίας ή εμποδίων εκ μέρους των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους την περιφρούρηση αλλά και την εξασφάλιση – με την απαραίτητη ευελιξία – της λειτουργία τους.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Καταφέραμε με τη συμβολή όλων να αντέξουμε στις θύελλες, να αναπτύξουμε τις επεξεργασίες μας, να μελετήσουμε πρωτοπόρα ζητήματα της στρατηγικής μας, να ανδρωθεί το Κόμμα.

Το ΚΚΕ θα συνεχίσει να προβάλλει την ιστορική μνήμη και γνώση στις νεότερες γενιές, τα συμπεράσματα που επιβεβαιώνουν την επικαιρότητα, αναγκαιότητα και ρεαλιστικότητα της πάλης για τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό