28.9 C
Alexandroupoli
Κυριακή, 14 Αυγούστου, 2022

Σκόρδο: Μια αρκετά καλή χρονιά για τη Βύσσα

- Χορηγούμενη-

Η παραγωγή σκόρδου φυσικά είναι πολύ μικρή και δεν φτάνει να καλύψει τις ανάγκες της χώρας, με αποτέλεσμα κάθε χρόνο να εισάγονται μεγάλες ποσότητες. Ωστόσο, αρκετοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι εδαφοκλιματολογικές συνθήκες της χώρας είναι ιδανικές για την παραγωγή προϊόντος με πολύ υψηλές ποιοτικές προδιαγραφές.

Δυστυχώς, ενδογενείς αδυναμίες της αγροτικής οικονομίας αποτρέπουν την επέκταση της καλλιέργειας. Δεν λείπουν, παρόλα αυτά, παραδείγματα που δείχνουν ότι το σκόρδο μπορεί να αποτελέσει μια αποτελεσματική παραγωγική λύση για αρκετές περιοχές της χώρας.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο συνεταιρισμός σκόρδου της Νέας Βύσσας Ορεστιάδας, που αποτελεί πρότυπο ανάπτυξης όχι μόνο για τον τρόπο καλλιέργειας, αλλά και για τον ευρύτερο ρόλο του στην τοπική οικονομία.

Ευχάριστη νότα αισιοδοξίας στον Έβρο

Καλές θα είναι οι αποδόσεις –ποιοτικά και ποσοτικά– για τα 3.000 στρέμματα καλλιέργειας στη Νέα Βύσσα Έβρου, που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος παραγωγής ξηρού σκόρδου πανελλαδικά. Η περίοδος συγκομιδής ολοκληρώθηκε και, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Αγροτικού Συνεταιρισμού Παραγωγής Επεξεργασίας Εμπορίας Σκόρδου Βύσσας, Αναστάσιο Γιακμογλίδη, ήταν μια αρκετά καλή χρονιά.

Μετά την ξήρανση θα είναι έτοιμοι, το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου, να τροφοδοτήσουν τις αγορές. Οι απώλειες είναι μικρές, από χαλαζόπτωση και μύκητες και η στρεμματική απόδοση κυμαίνεται στα 1.100 – 1.200 κιλά/στρέμμα. Οι παραγωγοί του Συνεταιρισμού αναμένουν την περσινή τιμή, τα 2,25 ευρώ/κιλό, αλλά «είναι νωρίς να πούμε πού θα κλείσουν οι τιμές».

Η Βύσσα αυξάνει κάθε χρόνο τις καλλιεργούμενες εκτάσεις και η στρεμματική απόδοση βελτιώνεται, προσπαθώντας να ανταποκριθεί στη ζήτηση για το επώνυμο ξηρό σκόρδο. «Μόλις εμφανίζεται το σκόρδο της Βύσσας στις αγορές, η κατανάλωση στα εισαγόμενα πέφτει. Η Βύσσα καλύπτει το 60%-70% της ελληνικής παραγωγής. Δεν έχουμε ελπίδες να σταματήσουμε απόλυτα την εισαγωγή, αλλά προσπαθούμε να την περιορίσουμε με μεγαλύτερη παραγωγή, καθώς υπάρχει ζήτηση από το καταναλωτικό κοινό».

Ο Συνεταιρισμός ασχολείται με την κατεργασία και αποφλοίωση του προϊόντος. Το σκόρδο Βύσσας πηγαίνει σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ και μικρές ποσότητες εξάγονται στην Βουλγαρία και την Κύπρο.

 

 

Στον Πλατύκαμπο Λάρισας (μια περιοχή που φημίζεται για τις επιδόσεις της στα σκόρδα), από τη μία επικρατεί ικανοποίηση για τη φετινή στρεμματική απόδοση και από την άλλη προβληματισμός για την πορεία των τιμών.

Αν και η παραγωγή σκόρδων είναι απλωμένη στις αυλές των καλλιεργητών και προετοιμάζεται για την κατασκευή των γνωστών πλεξίδων, εν τούτοις οι χονδρέμποροι των μεγάλων αγορών, και κυρίως της λαχαναγοράς του Ρέντη στην Αθήνα, ακυρώνουν τις παραγγελίες τους και τις συμφωνίες που έκαναν με τους παραδοσιακούς παραγωγούς, επικαλούμενοι μεγάλη προσφορά και πιέζοντας με αυτόν τον τρόπο για νέες μειωμένες τιμές.

Και ενώ μέχρι τώρα συνηθίζαμε να ακούμε για αθρόες εισαγωγές σκόρδων από την Κίνα, φέτος στην περιοχή παρατηρείται ένας τοπικός αθέμιτος ανταγωνισμός από ετεροεπαγγελματίες που καλλιεργούν λαθραία σκόρδα –και όχι μόνο– για συμπλήρωση του εισοδήματός τους, χωρίς την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών.

Ζητούν έρευνες

Αυτή η εξέλιξη λειτουργεί εις βάρος των νόμιμων παραγωγών, οι οποίοι καλούνται να πουλήσουν την παραγωγή τους σε τιμές κάτω του κόστους. Το θέμα απασχολεί ήδη το γραφείο του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, Β. Κόκκαλη, τον οποίο έσπευσαν να ενημερώσουν παραγωγοί του Πλατυκάμπου. Ζητούν από τις αρμόδιες αρχές και κυρίως τη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος, να επισκεφθούν τον Πλατύκαμπο για επιτόπιες έρευνες. Χαρακτηριστικό της «μαύρης αγοράς» που τείνει να εγκαθιδρυθεί στην περιοχή είναι ότι ενώ με την καλλιέργεια σκόρδου ασχολούνται στην περιοχή 70 περίπου νόμιμοι παραγωγοί, δηλώνοντας στο ΟΣΔΕ 1.500 στρέμματα, η πραγματική έκταση που καλλιεργήθηκε φέτος υπολογίζεται στα 3.500 στρέμματα. Οι παραγωγοί δηλώνουν ότι «εάν η Πολιτεία έχει τη βούληση να αντιμετωπίσει σθεναρά το ζήτημα μπορεί να το κάνει, εντοπίζοντας μέσω δηλώσεων ΟΣΔΕ όσους ιδιοκτήτες μισθώνουν τα χωράφια τους χωρίς ενοικιαστήρια», ενώ υπενθυμίζουν στην κυβέρνηση τις εξαγγελίες της (οι οποίες δεν τηρούνται) ότι «κανένα αγροτικό προϊόν δεν πρέπει να διακινείται χωρίς τιμολόγιο παραγωγού».

Τέλος, να σημειωθεί ότι η φετινή μέση στρεμματική απόδοση ανήλθε στους 1,5-2 τόνους/στρέμμα και οι πρώτες συμφωνίες που κλείστηκαν με εμπόρους μιλούν για 15-17 λεπτά το τεμάχιο, αν και οι αρχικές προσδοκίες των παραγωγών ανέφεραν τα 20 λεπτά.

Απώλειες στην Αρκαδία

Με απώλειες έκλεισε η φετινή χρονιά στην Αρκαδία για τους καλλιεργητές σκόρδου, αφού τόσο οι βροχοπτώσεις όσο και ο βοτρύτης έκαναν τη ζημιά τους και οι παραγωγοί μέτρησαν απώλειες της τάξης του 20% περίπου. Στην περιοχή της Τεγέας, δεκαπέντε χωριά, σε έκταση 300-500 στρεμμάτων, καλλιεργούν το σκόρδο Τρίπολης, κατά άλλους σκόρδο Λιθοβουνίου.

Οι καλλιεργητές σκόρδου αποτελούν τη βάση για τη δημιουργία της ομάδας Βιολογικών Προϊόντων της Ένωσης Συνεταιρισμών Αρκαδίας και είναι υπερήφανοι για την ποιότητα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχουν τα προϊόντα τους. Ο πρόεδρος του τοπικού Αγροτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Λιθοβουνίου, Γιώργος Κωτσιόπουλος, τόνισε ότι «το σκόρδο που παράγουμε δεν έχει πρόβλημα διάθεσης στην αγορά, αφού διαθέτει πλεονεκτήματα που το καθιστούν ιδιαίτερα προσφιλές στους καταναλωτές. Έχει μεγάλη διάρκεια ζωής, είναι ιδιαίτερα καυστικό και το διαθέτουμε σε πλεξούδες που η κάθε μία έχει πενήντα κεφάλια». Στο ερώτημα πώς γίνεται να μην αυξάνεται η παραγωγή ενός προϊόντος που δεν έχει πρόβλημα διάθεσης, η απάντηση του κ. Κωτσιόπουλου είναι μάλλον αφοπλιστική: «Πέρα από τα προβλήματα με τις διάφορες ασθένειες, το σκόρδο είναι ένα προϊόν που απαιτεί εργατικά χέρια αφού, ακόμα και στη διαμόρφωσή τους φτιάχνουμε πλεξούδες και αυτό σημαίνει κόστος παραγωγής». Όσο για τις τιμές, και φέτος η διαμόρφωση τους θα είναι θετική και μάλλον στα περσινά επίπεδα.

Καλή πορεία στη Κοζάνη

Καλή χρονιά για το σκόρδο που καλλιεργείται –από την εποχή της τουρκοκρατίας– στην περιοχή της Πτελέας Κοζάνης. Η συγκομιδή ολοκληρώθηκε στα μέσα του Ιούνη και οι αποδόσεις για τους παραγωγούς ήταν ιδιαιτέρως καλές, αφού έφτασαν και τον 1 τόνο ανά στρέμμα, όπως αναφέρει ο παραγωγός και μεταποιητής του προϊόντος, Νεόφυτος Αγγελίδης, ο οποίος καλλιεργεί σκόρδα σε έκταση 25 στρεμμάτων. Η τιμή για τα μεγάλα σκόρδα φτάνει τα 40 λεπτά, ενώ για τα μεσαία τα 20 λεπτά. Το χαρακτηριστικό των σκόρδων Πτελέας είναι πως η καλλιέργεια είναι ξερική και είναι μικρότερα σε μέγεθος, σε σχέση με αυτά που παράγονται στον Έβρο ή τη Θεσσαλία. Για τον λόγο αυτό, είναι πιο ανθεκτικά αλλά και πιο δυνατά σε γεύση. Στην περιοχή καλλιεργούνται δύο ποικιλίες. Εκτός της Πτελέας που επικρατεί, υπάρχει και η πρώιμη παραγωγή του λευκού ξηρού σκόρδου. Σε ό,τι αφορά την εισαγωγή σκόρδων από το εξωτερικό, ο κ. Αγγελίδης είπε πως αν και οι καταναλωτές τα βρίσκουν φθηνότερα, ωστόσο τα σκόρδα Πτελέας στην τοπική αγορά προτιμώνται έναντι των ξένων.

Η εικόνα στη Στερεά

Στη Στερεά Ελλάδα, το σκόρδο καλλιεργείται κυρίως στην περιοχή της Χαλκίδας, στην Εύβοια. Κάθε χρόνο, 20 περίπου οικογένειες καλλιεργούν από 10 έως 20 στρέμματα και το προϊόν διακινείται μέσω των χονδρεμπόρων και των λαϊκών αγορών. Οι τιμές που διατίθεται σήμερα το σκόρδο στη χονδρική ξεκινούν από τα 4 έως 7 λεπτά για τα μικρά κεφάλια και φθάνουν στα 9 έως 12 λεπτά για τα μεγάλα. Πολλοί είναι οι παράγοντες που εμποδίζουν την ανάπτυξη της καλλιέργειας του προϊόντος στην περιοχή. Ο καλλιεργητής Κίτρας Δημήτρης, από τα Ψαχνά, συνοψίζει τους κυριότερους από αυτούς:

«Η παραγωγή σκόρδου στην Ελλάδα είναι αρκετά περιορισμένη και δεν μπορεί να καλύψει την εγχώρια κατανάλωση, με συνέπεια να εισάγουμε από άλλες χώρες (όπως π.χ. Κίνα, Αργεντινή, Ισπανία κ.ά.). Κατά την άποψη μου, υπάρχουν σημαντικοί λόγοι που αποτρέπουν τους Έλληνες παραγωγούς, αλλά και τους παραγωγούς στην περιοχή μας να ασχοληθούν με την καλλιέργεια του σκόρδου. Το υψηλό κόστος παραγωγής, σε σύγκριση με τις άλλες ανταγωνιστικές χώρες. Η καλλιέργειά του είναι χρονοβόρα και έτσι το κόστος είναι υψηλό. Η έλλειψη τεχνογνωσίας επίσης είναι εμφανής, αφού δεν υπάρχει μια κεντρική υπηρεσία που να συντονίζει, να ενημερώνει και να εκπαιδεύει τους παραγωγούς, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις των καταναλωτών. Τα τοπικά γραφεία γεωργικής ανάπτυξης δεν είναι έτοιμα να υποστηρίξουν τους παραγωγούς και έτσι ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς αισθάνονται ανέτοιμοι να κάνουν το μεγάλο βήμα της επένδυσης σε μια νέα καλλιέργεια. Επιπρόσθετα, στον τομέα των υποδομών είμαστε πολύ πίσω, καθώς είναι σχεδόν ανύπαρκτα όλα εκείνα τα παραγωγικά εργαλεία για τη διαχείριση του προϊόντος μετά τη συγκομιδή του (αποθηκευτικοί χώροι, ψυγεία, μορφές συσκευασίας, συσκευαστήρια κ.ά.).Τέλος, στην περιοχή μας δεν δραστηριοποιείται κανένα συνεργατικό σχήμα που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει η συλλογική παραγωγική διαδικασία, δηλαδή η ευκολότερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση και στην επιστημονική γνώση, το χαμηλό παραγωγικό κόστος και η δυνατότητα προώθησης του προϊόντος σε μεγαλύτερες αγορές. Αποτέλεσμα όλων αυτών των αρνητικών παραγόντων είναι η σχετικά μικρή μας παραγωγή να απορροφάται δύσκολα και σε πολύ χαμηλές τιμές».

 

Ρεπορτάζ: Μαρία Αμπατζή, Αφροδίτη Χρυσοχόου, Γιώργος Αργυρίου, Γιώργος Ρούστας, Γιάννης Σάρρος

- Χορηγούμενη-

Ακολουθήστε μας και στο Instagram

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ evros24.gr

Διαβασε και αυτο

ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ