Τριάντα χρόνια μετά, η κρίση των Ιμίων παραμένει ένα από τα πιο φορτισμένα επεισόδια της σύγχρονης ελληνοτουρκικής ιστορίας. Μέσα σε λίγες ημέρες, δύο ακατοίκητες βραχονησίδες στα Δωδεκάνησα βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας κλιμάκωσης που έφερε Ελλάδα και Τουρκία μια ανάσα από την ένοπλη σύγκρουση, με φόντο σημαίες, πολεμικά πλοία, ειδικές δυνάμεις και ένα τραγικό τέλος για τρεις Έλληνες αξιωματικούς.
Η προσάραξη που άνοιξε τον φάκελο
Η σπίθα ανάβει ανήμερα Χριστουγέννων του 1995, όταν το τουρκικό φορτηγό πλοίο «Φιγκέν Ακάτ» προσαράζει κοντά στα Ίμια. Ο καπετάνιος, σύμφωνα με την αμερικανική καταγραφή της εποχής, αρνείται αρχικά ελληνική βοήθεια υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται σε τουρκικό έδαφος. Το περιστατικό θα εξελιχθεί γρήγορα σε διπλωματικό μπρα ντε φερ, καθώς ακολουθούν ανταλλαγές διακοινώσεων και νομικών επιχειρημάτων για το καθεστώς των βραχονησίδων, που στην Τουρκία είναι γνωστές ως Καρντάκ.
Η σημαία και το τηλεοπτικό πλάνο της «Χουριέτ»
Στις 25 Ιανουαρίου 1996, ο τότε δήμαρχος Καλύμνου υψώνει την ελληνική σημαία στη μία βραχονησίδα, σε μια κίνηση που μετατρέπει ένα διπλωματικό επεισόδιο σε υπόθεση εσωτερικής κοινής γνώμης και για τις δύο πλευρές.
Σαν σήμερα, 27 Ιανουαρίου 1996, η εικόνα που κάνει τον γύρο των τουρκικών μέσων λειτουργεί σαν επιταχυντής: δύο δημοσιογράφοι της τουρκικής εφημερίδας «Χουριέτ» φτάνουν με ελικόπτερο στα Ίμια, υποστέλλουν την ελληνική σημαία και υψώνουν την τουρκική, καταγράφοντας την ενέργεια σε βίντεο που προβάλλεται τηλεοπτικά.
Την αμέσως επόμενη μέρα, ελληνική μονάδα του Πολεμικού Ναυτικού απομακρύνει την τουρκική σημαία, ενώ η παρουσία πλοίων στην περιοχή πυκνώνει. Η κρίση παύει να είναι συμβολική και αποκτά επιχειρησιακό βάθος, με διαρκείς κινήσεις, επιφυλακές και ένα κλίμα που θυμίζει «λάθος που μπορεί να γράψει ιστορία».
Η νύχτα που όλα έμοιαζαν έτοιμα να ξεφύγουν
Η κορύφωση έρχεται τη νύχτα της 30ής προς 31η Ιανουαρίου, όταν οι δύο πλευρές αναπτύσσουν δυνάμεις στα γύρω ύδατα και ειδικές μονάδες βρίσκονται σε θέσεις που δεν αφήνουν περιθώριο για παρερμηνείες. Η ένταση αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι ελληνικό ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού απογειώνεται από τη φρεγάτα «Ναβαρίνον» για αναγνώριση πάνω από τις βραχονησίδες, μέσα σε δύσκολες καιρικές συνθήκες.
Λίγο πριν χαράξει, το ελικόπτερο θα καταπέσει στη θάλασσα, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους οι Χριστόδουλος Καραθανάσης, Παναγιώτης Βλαχάκος και Έκτορας Γιαλοψός. Η απώλειά τους γίνεται το πιο βαρύ αποτύπωμα μιας κρίσης που, κατά τα λοιπά, έληξε χωρίς ανταλλαγή πυρών, αλλά όχι χωρίς κόστος.
Το «No ships, no troops, no flags» και η επιστροφή στο μηδέν
Η εκτόνωση έρχεται μέσα από πυρετώδη διπλωματία, με καθοριστικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ. Στόχος είναι η επιστροφή στο λεγόμενο status quo ante, δηλαδή στην κατάσταση πριν από την κλιμάκωση, ώστε να μην παγιωθεί τετελεσμένο επί του πεδίου.
Στη συλλογική μνήμη έχει μείνει η φράση του Αμερικανού απεσταλμένου Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ «no ships, no troops, no flags», που αποδόθηκε ως πρακτική συνταγή αποκλιμάκωσης, με μετάφραση «no ships, no troops, no flags» σε «όχι πλοία, όχι στρατεύματα, όχι σημαίες».
Η πολιτική και διπλωματική σκιά που έμεινε
Στην Ελλάδα, η κρίση άφησε πίσω της ένα τραύμα που δεν αφορούσε μόνο την απώλεια των τριών αξιωματικών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος διαχειρίστηκε, επικοινώνησε και «διάβασε» τα όρια της κλιμάκωσης. Χαρακτηριστική έμεινε και η φράση του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη από το βήμα της Βουλής, «Θέλω να ευχαριστήσω την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών», που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.
Σε επίπεδο ευρύτερης στρατηγικής, η κρίση των Ιμίων συνδέθηκε με τη συζήτηση περί «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, ένα πλαίσιο αμφισβητήσεων που, από τότε, επιστρέφει περιοδικά στον δημόσιο διάλογο και στη διπλωματική αντιπαράθεση.























