Δημήτρης Πέτροβιτς: «Πρόβα εισβολής η επίθεση της 29ης Φεβρουαρίου»

Φωτιές… έχουν ανάψει στην τουρκική κυβέρνηση οι Εβρίτες μετά την επιτυχημένη απόκρουση της απόπειρας εισβολής μεταναστών στις Καστανιές και σε άλλα περάσματα κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων. Κάτοικοι, Ένοπλες Δυνάμεις, Σώματα Ασφαλείας και οι τοπικοί άρχοντες έζησαν ένα δίμηνο-κόλαση από τις απανωτές προσπάθειες χιλιάδων μεταναστών να εισέλθουν βιαίως στη χώρα μας, με τις «ευλογίες» και την αμέριστη βοήθεια -όπως αποτυπώθηκε σε φωτογραφίες και οπτικό υλικό- της τουρκικής στρατοχωροφυλακής.

Ο Δημήτρης Πέτροβιτς, αντιπεριφερειάρχης Έβρου, έζησε από την πρώτη στιγμή τα γεγονότα. Τον ρωτήσαμε εάν ήταν τυχαία η αποτυχία της απόπειρας εισβολής των μεταναστών και εάν τελευταία χρησιμοποιήθηκαν, όπως πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν, από την τουρκική κυβέρνηση.

«Ορθώς χαρακτηρίστηκε “ασύμμετρη απειλή”. Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν ακαριαία και, όπως απεδείχθη, λίαν αποτελεσματική, τόσο με το άμεσο κλείσιμο των συνόρων και την αποστολή δυνάμεων των Σωμάτων Ασφαλείας όσο και με τη διεθνοποίηση της απειλής μέσω της επιτόπιας επίσκεψης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και Ευρωπαίων αξιωματούχων. Ήταν μεθοδευμένη και πασιφανής απειλή κατά των ευρωπαϊκών συνόρων.

Η μάχη αποτροπής εισόδου δεκάδων χιλιάδων μεταναστών από τα χερσαία μας σύνορα κερδήθηκε επί της ουσίας το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας. Τότε που επιχειρήθηκε να περάσουν χιλιάδες μετανάστες ταυτόχρονα από διαφορετικά σημεία της συνοριακής οριογραμμής σε ένα μήκος περίπου 170 χιλιομέτρων, από τον Δίλοφο μέχρι το Δέλτα. Στρατός, Σώματα Ασφαλείας, θεσμικοί φορείς και κάτοικοι είχαμε γίνει μια γροθιά. Κάποιοι, ενδεχομένως απέναντι, πίστευαν ότι λόγω του τριημέρου θα μας έπιαναν εξαπίνης.

Όμως, εδώ στα σύνορα του Έβρου η καρδιά κτυπά πιο δυνατά. Κι αυτό απεδείχθη στην πράξη. Όπως πολύ συγκινητική και εμψυχωτική ήταν η έμπρακτη συμπαράσταση που δέχθηκαν ο Στρατός, η Αστυνομία, το Λιμενικό και η Πυροσβεστική, από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Υπήρξαν δύσκολες ημέρες και ειδικά νύχτες, λόγω και της υποστήριξης που είχαν ομάδες ταραχοποιών στοιχείων μεταναστών από τα σώματα ασφαλείας της γείτονος χώρας. Ομως τελικά η εισβολή απετράπη, ο Έβρος όχι μόνο κράτησε αλλά ένωσε και όλη την Ελλάδα».

Η ετοιμότητα των Σωμάτων Ασφαλείας
Η απόπειρα παραβίασης των εθνικών συνόρων φαίνεται ότι δημιουργεί καινούργια δεδομένα και καταστάσεις ως προς την ετοιμότητα των ελληνικών Σωμάτων Ασφαλείας και γενικότερα της οπτικής των πραγμάτων στον Έβρο. Αρκούν οι τωρινές δυνάμεις; ρωτήσαμε τον κ. Πέτροβιτς.

«Σαφώς και έχουν διαφοροποιηθεί τα χαρακτηριστικά του μεταναστευτικού στον Έβρο. Δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Το μεταναστευτικό εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ως φαινόμενο ταλαιπωρημένων ανθρώπων, κυρίως Κούρδων και Αφρασιατών, που μεμονωμένα ή κατά ολιγομελείς ομάδες, περνώντας τα σύνορα, αναζητούσαν καλύτερη τύχη σε χώρες της Ευρώπης. Έβρισκαν, δε, πάντα υποστήριξη από τους κατοίκους του Έβρου. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 παρατηρήθηκε σταδιακή αύξηση των αφίξεων και των πιέσεων στα σύνορά μας, που ανάγκασε την πολιτεία να προχωρήσει το 2012 στην κατασκευή του φράχτη.

Τότε, μάλιστα, διατυπώθηκαν και πολιτικές ενστάσεις για τη χρησιμότητά του. Σήμερα, αν δεν υπήρχε ο φράχτης μήκους 11,5 χιλιομέτρων στο χερσαίο σκέλος των ελληνοτουρκικών συνόρων, το πιθανότερο είναι ότι θα είχαμε χάσει τον έλεγχο αποτροπής της εισόδου χιλιάδων μεταναστών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η απόφαση της κυβέρνησης, και πολύ ορθά, είναι επέκταση του φράχτη κατά μήκος των συνόρων προς τον Νότο, με ταυτόχρονη τοποθέτηση πυλώνων εφοδιασμένων με συστήματα για τη νυχθημερόν επιτήρηση της οριογραμμής. Όπως και η πρόσληψη 400 νέων συνοροφυλάκων, που ελπίζουμε μέσα στο καλοκαίρι να αναλάβουν καθήκοντα στις υπηρεσίες τους. Το έμψυχο δυναμικό είναι το σημαντικότερο, καθώς η οριογραμμή του ποταμού Έβρου παρουσιάζει ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες.

Επιμένω, δε, στην άποψη, την οποία έχω μεταφέρει στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη κ. Χρυσοχοΐδη, να προσληφθούν ακόμη περισσότεροι συνοροφύλακες, όπως και να μετατεθούν στον Έβρο όσοι αστυνομικοί το επιθυμούν και κατάγονται από την περιοχή μας. Πρέπει να υπάρχει ένα ισχυρό και μόνιμο σώμα συνοροφυλακής στον Έβρο, καθώς η πρόβα εισβολής που έγινε στις 29 Φεβρουαρίου δεν αποκλείεται να επιχειρηθεί εκ νέου αιφνιδίως από την Τουρκία με άλλα χαρακτηριστικά. Υπό αυτές τις συνθήκες, οφείλουμε να λειτουργούμε πάντα στη λογική τού προλαμβάνειν…».

Η σύνδεση με τον κορονοϊό
Η πανδημία του κορονοϊού, μετά και το «σφράγισμα» των ελληνικών συνόρων από τους Έλληνες αστυνομικούς και στρατιώτες, φαίνεται να ματαίωσε τα τουρκικά σχέδια. Πρέπει να εφησυχάσουμε; ρωτήσαμε τον αναπληρωτή περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης.

«Ουδέν κακόν αμιγές καλού σε ό,τι αφορά τη σύνδεση της πανδημίας με την επιχείρηση εισβολής μεταναστών από τα σύνορα μας. Η διασπορά του κορονοϊού στην Τουρκία τους ανάγκασε να “ανακαλέσουν” τους μετανάστες και να ακυρώσουν την προσπάθεια. Αυτό όμως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως συνειδητή από πλευράς Τουρκίας απόφαση εγκατάλειψης της προσπάθειας μαζικής εισόδου μεταναστών από τον Έβρο. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε εγκαίρως προετοιμασμένοι. Διότι πολύ απλουστευμένα και οι δύο πλευρές, εκατέρωθεν των συνόρων, επιχειρησιακά στην παρούσα κρίση ανέπτυξαν τον σχεδιασμό τους.

Η είσοδος από τον Έβρο απετράπη χάρη στις σωστές πολιτικές αποφάσεις, στον καλό σχεδιασμό και στα αντανακλαστικά Σωμάτων Ασφαλείας, Στρατού, τοπικών φορέων και κοινωνίας. Επειδή όμως δεν γνωρίζουμε τα νέα δεδομένα από τις επιπτώσεις της πανδημίας στην Τουρκία, ούτε τις προθέσεις τους, θα πρέπει να ενισχύσουμε άμεσα και πιο αποτελεσματικά τη φύλαξη των συνόρων μας.

Η βελτίωση των καιρικών συνθηκών με την πτώση της στάθμης του ποταμού αποτελούσε διαχρονικά δέλεαρ για τη διέλευση μεταναστών στην Ελλάδα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο η κατασκευή επέκτασης του φράχτη. Εμείς ως ακριτική περιφέρεια, με τις υπηρεσίες μας, είμαστε παρόντες και το έχουμε αποδείξει, για να συνδράμουμε με κάθε μέσο που διαθέτουμε στην προσπάθεια θωράκισης των συνόρων και εμπέδωσης του αισθήματος ασφαλείας των κατοίκων».

Του Γιώργου Σόμπολου